....................Στην Πάτρα, ένα μικρό στενάκι-αδιέξοδο, κοντά στην οδό Πανεπιστημίου στο ύψος των Συχαινών έχει ονομαστεί οδός "Νίκου Καχτίτση"

____________________________________________________________________________________________________________________________

Ο Νίκος Καχτίτσης γεννήθηκε στην Γαστούνη Ηλείας στις 26 Φεβρουαρίου 1926 και απεβίωσε στην Πάτρα στις 25 Μαΐου 1970, Έ λληνας πεζογράφος της μεταπολεμικής γενιάς, ο οποίος έζησε για μεγάλο διάστημα και δημιούργησε στο Μόντρεαλ του Καναδά.

____________________________________________________________________________________________________________________________________________

Παρασκευή, 18 Αυγούστου 2017

Νίκος Καχτίτσης (1926-1970)

 Καχτίτσης, Νίκος, 1926-1970

Ο Νίκος Καχτίτσης γεννήθηκε στις 26 Φεβρουαρίου 1926 στη Γαστούνη της Ηλείας, πέμπτο από τα έξι παιδιά του Θωμά και της Μελπομένης Καχτίτση (το γένος Λογοθέτη). Ο πατέρας του, με καταγωγή από την Ήπειρο (Κόνιτσα), ήταν σιδηροδρομικός των ΣΠΑΠ (Σιδηροδρόμων Πειραιώς-Αθηνών-Πατρών) και την περίοδο εκείνη υπηρετούσε στη Γαστούνη. Πέρασε τα παιδικά του χρόνια στη Μανωλάδα και την Πάτρα. Από τον Σεπτέμβριο του 1931 μέχρι τον Ιούνιο του 1935 φοίτησε στο Δημοτικό Σχολείο Βάρδας (κωμόπολης και σιδηροδρομικού κόμβου κοντά στη Μανωλάδα Ηλείας). Τον Σεπτέμβριο του 1935 ο πατέρας του μετατέθηκε στο Ναύπλιο όπου διέμεινε η οικογένεια μέχρι το καλοκαίρι του 1940, οπότε και μετακόμισε πάλι στη Βάρδα, διατηρώντας ωστόσο δεύτερο σπίτι στην Πάτρα όπου κατοίκησε ο Καχτίτσης.

Τον Σεπτέμβριο 1940 εγγράφεται στην Δ΄ τάξη του Α΄ Γυμνασίου Αρρένων Πατρών και αναπτύσσει στενή φιλία με τον κατά ένα χρόνο μεγαλύτερό του Ντίνο Ηλιόπουλο, γιο του Γυμνασιάρχη. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, μεταξύ Οκτωβρίου 1942 και Μαρτίου 1943, οι συμμαθητές και φίλοι Ν. Καχτίτσης, Ντ. Ηλιόπουλος, Λ. Μπαζός, Σπύρος Στεφανόπουλος (αδελφός του μετέπειτα Προέδρου της Δημοκρατίας, Κωστή Στεφανόπουλου), Μαρία Στοφόρου [Μανωλάκου], όντας σε επικοινωνία με τον Γιώργη Παυλόπουλο στον Πύργο Ηλείας (όπου εξεδίδετο το νεανικό, πατριωτικό περιοδικό "Οδυσσέας"), αποφασίζουν την έκδοση, σε χειρόγραφη μορφή, ενός φιλολογικού πατριωτικού περιοδικού, της "Μέλισσας".
Στις 20 Δεκεμβρίου ετοιμάζεται ένα πρώτο σχεδίασμα. Ο Καχτίτσης καλλιγραφεί ιδιοχείρως τα πρώτα τέσσερα αντίτυπα, τα οποία κυκλοφορούν από χέρι σε χέρι μεταξύ 15 και 20 Μαρτίου 1943. H έκδοση αναστέλλεται ύστερα από ανώνυμες επιστολές "με την απειλή πως αν τολμήσει να εμφανισθεί το αναρχικό έντυπο "θα καταγγελθείτε εις τας Αρχάς Κατοχής ως αντιτιθέμενοι στο κρατούν καθεστώς"" (Μαρία Mανωλάκου, "Ο έφηβος Νίκος Καχτίτσης", περιοδικό "Γράμματα και Τέχνες", τχ. 46, Ιούλιος-Αύγουστος 1986, σ. 5). Απογοητευμένα, τα περισσότερα μέλη της συντακτικής επιτροπής εντάσσονται στις τάξεις της ΕΠΟΝ. Ο Καχτίτσης διατηρεί στενές σχέσεις με τα υπόλοιπα μέλη, ωστόσο δεν εντάσσεται στην ΕΠΟΝ. Λίγο πριν από την απελευθέρωση της Πάτρας από τον ΕΛΑΣ, στις 4 Οκτωβρίου 1944, συλλαμβάνεται και κρατείται από τα Τάγματα Ασφαλείας, επειδή διατηρούσε αλληλογραφία με τον στενό του φίλο, Λάκη Μπαζό, ενταγμένο τότε στην ΕΠΟΝ.

Στις 24 Μαρτίου 1949, ενώ ο Εμφύλιος συνεχιζόταν, παρουσιάστηκε στο Κέντρο Εκπαιδεύσεως Τριπόλεως. Απολύθηκε από τον Ελληνικό Στρατό ύστερα από τριάμισι χρόνια θητείας στις 21 Ιουλίου 1952 με τον βαθμό του εφέδρου ανθυπολοχαγού. Στις 24 Ιανουαρίου 1953 αναχώρησε αεροπορικώς από την Αθήνα -μέσω Παρισιού, Μπορντώ και Τύνιδας- για τη Ντουάλα του γαλλικού Καμερούν, όπου είχε προσληφθεί ως λογιστής στη βρετανική εταιρεία Paterson, Zochonis & Co Ltd. Επέστρεψε στην Αθήνα τον Απρίλιο του 1955.

Τον Ιούνιο του 1956 έλαβε επίσημη πρόσκληση από τη Θάλεια Τσαπουλάρη να μεταβεί στον Καναδά ως επίσημος μνηστήρας της. Μετά από σύντομη διαμονή στο Παρίσι και το Λονδίνο, στις 6 Ιουλίου αναχώρησε από το Σαουθάμπτον με το υπερωκεάνιο Ascania για το Μόντρεαλ. Στις 27 Οκτωβρίου νυμφεύτηκε τη Θάλεια Τσαπουλάρη στον ορθόδοξο ναό της Αγίας Τριάδας στο Μόντρεαλ με κουμπάρο τον νεανικό του φίλο Ντίνο Ηλιόπουλο. Στο Μόντρεαλ θα βιοποριστεί με ποικίλες εργασίες: κατ' οίκον διδασκαλία αγγλικών και γαλλικών σε ομογενείς, υπάλληλος ταξιδιωτικού πρακτορείου και επίσημος δικαστικός διερμηνέας, εργασία που θα αποτελέσει την κύρια πηγή εσόδων του. Στις 11 Ιανουαρίου 1962 γεννήθηκε ο γιος του Θωμάς-Κωνσταντίνος.

Με την κήρυξη της Δικτατορίας, στις 21 Απριλίου 1967 και ακολουθώντας την τακτική πολλών Ελλήνων συγγραφέων, ο Καχτίτσης παύει να τυπώνει κείμενα στην ελληνική γλώσσα. Εξαίρεση στον κανόνα η υπό την εκδοτική επωνυμία "Λωτοφάγος" έκδοση τον Δεκέμβριο του 1967 του "Ήρωα της Γάνδης". Τον Μάιο του 1968 ως εκδότης πλέον τύπωσε τις "Πρόκες" του Γ. Δανιήλ και πάλι υπό την εκδοτική επωνυμία του "Λωτοφάγου". Αμφότεροι τόμοι στοιχειοθετήθηκαν στα πιεστήρια όπου τυπωνόταν η ημερήσια ομογενειακή εφημερίδα "Το Ελληνοκαναδικό Βήμα". Το καλοκαίρι του 1968 εγκατέστησε στο υπόγειο του σπιτιού του ένα χειροκίνητο πιεστήριο και τύπωσε υπό τη διακριτική επωνυμία "Anthelion Press" στην αγγλική γλώσσα κείμενα δικά του, του Ε. Χ. Γονατά και άλλων καθώς και τρία αντιδικτατορικά τομίδια. Άνθρωπος διηνεκώς κατεχόμενος από φοβίες και λόγω της ημιεπίσημης θέσης του ως δικαστικού διερμηνέως, εξέδωσε τις ανωτέρω εκδόσεις ανωνύμως. Παράλληλα δημοσίευσε με ψευδώνυμο σειρά άρθρων στο "Ελληνοκαναδικό Βήμα" στα οποία παίρνει θέση κατά της Δικτατορίας.

Στις 6 Απριλίου 1970 διαγιγνώσκεται ότι πάσχει από οξεία λευχαιμία. Στις 17 Μαΐου έφτασε στην Αθήνα και την επομένη στην Πάτρα, όπου διέμεινε σε συγγενείς του. Δύο ημέρες πριν πεθάνει εισήχθη στο Νοσοκομείο της Πάτρας όπου και εξέπνευσε στις 25 Μαΐου 1970. Ενταφιάστηκε στις 26 Μαΐου το απόγευμα στον οικογενειακό τάφο σε μια πλαγιά του Α΄ Νεκροταφείου Πατρών, αλλιώς Νεκροταφείου των Αγγέλων.

Το έργο του

Το πρώτο δημοσίευμα του Καχτίτση ήταν ένα, βραβευμένο σε διαγωνισμό, ποίημα που δημοσιεύτηκε με ψευδώνυμο στη "Διάπλαση των Παίδων" (Αθήνα) το καλοκαίρι του 1941. Το δεύτερο, το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς, ένα ποίημα στο "Νεολόγο Πατρών" για έναν πεθαμένο από πείνα φίλο του. Υπήρξε εκδότης και βασικός συντελεστής των βραχύβιων περιοδικών "Μέλισσα" (σε χειρόγραφή μορφή, ένα τεύχος, Πάτρα, Οκτώβριος 1942-Μάρτιος 1943) και "Νέος Ρυθμός" (σε έντυπη μορφή, δύο τεύχη, Πάτρα, Φεβρουάριος και Μάρτιος 1945), όπου δημοσίευσε ποικίλα κείμενα (πεζά, επιγράμματα, χρονογραφήματα). Από το 1945 και εξής δημοσίευσε συνεργασίες του στα περιοδικά: "Παλμός" (Αθηνών), "Νέος Άνθρωπος" (Πατρών), "Βωμός" (Πύργος), "Μορφές" (Θεσσαλονίκη), "Εννέα Οδοί" (Καβάλα).

Το 1949, έγραψε μία συλλογή ποιημάτων στα αγγλικά με τίτλο "Vulnerable Point" ("Τρωτό σημείο"), η οποία εκδόθηκε τελικά από τον ίδιο στο Μόντρεαλ το 1968. Τρία από τα ποιήματα δημοσιεύτηκαν, το 1950, στο περιοδικό "Symposium" (Πάτρα) που εξέδιδε η Βρετανική Ακαδημία, Παράρτημα Πατρών.

Μεταπολεμικά, μεταξύ 1950 και 1952, ο Καχτίτσης συνέταξε χειρόγραφα τεύχη ("περιοδικά"), πάντα σε ένα και μοναδικό αντίτυπο, τα οποία εν είδει προσωπικής αλληλογραφίας ενεχείριζε ή απέστελλε σε φίλους του (Γ. Παυλόπουλο, Ν. Πεντζίκη, Ε. Χ. Γονατά). Τα τεύχη είχαν τους εξής χαρακτηριστικούς τίτλους: "Η Ουλή", "Ρίψασπις", "Λωτός", "Η Σάλπιγξ", "Η εικονογραφημένη Γάνδη", "Η πολιορκημένη Γάνδη" (κυκλοφόρησε σε φωτογραφική αναπαραγωγή με το αφιέρωμα της Νέας Εστίας [2003]). Μεταξύ 14 Φεβρουαρίου 1954 και 6 Μαρτίου 1955, από την Ντουάλα (Γαλλικό Καμερούν), αλλά και κατά τη διάρκεια του ακτοπλοϊκού ταξιδίου επανόδου του στην Ευρώπη απέστειλε αμισθί δεκαεννέα ανταποκρίσεις στην εφημερίδα "Ελευθερία", ευελπιστώντας, ματαίως όπως αποδείχθηκε, ότι με την επιστροφή του στην Αθήνα θα προσληφθεί ως μόνιμος συντάκτης.

Δημοσίευσε, στην ώριμη περίοδό του, κυρίως σε περιοδικά της Θεσσαλονίκης ("Διαγώνιος" και "Νέα Πορεία"). Στον Καναδά δημοσίευσε ορισμένα βιβλιοκριτικά άρθρα, το 1957, στην αγγλόφωνη εφημερίδα "The Montreal Star" και ποικίλα άρθρα στην ελληνική γλώσσα στην ομογενειακή εφημερίδα "Ελληνοκαναδικό Βήμα" από το 1964 μέχρι τον θάνατό του το 1970.

Οι πρώτες εκδόσεις των πεζογραφικών έργων του, στα τέλη του ΄50 και κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '60, έγιναν με έξοδα του ίδιου του Καχτίτση (ιδίοις αναλώμασιν), σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων, είτε από μικρούς εκδοτικούς οίκους ("Διαγώνιος", "Πρώτη Ύλη") που έθεσαν στη διάθεσή του την επωνυμία τους, είτε από εκδοτικούς οίκους που δημιούργησε ο ίδιος ο Καχτίτσης (π.χ. "Λωτοφάγος"). 
Ήσαν οι εξής: 
- "Ποιοί οι φίλοι", "Διαγώνιος", Θεσσαλονίκη, Σεπτέμβριος 1959 (ανασελιδοποιημένο ανάτυπο από το περιοδικό "Διαγώνιος", Έτος δεύτερο, τχ. 2, καλοκαίρι [Σεπτέμβριος] 1959,με επιμέλεια και εξώφυλλο Κάρολου Τσίζεκ) 
- "Η ομορφάσχημη" (άσκηση), "Διαγώνιος", Θεσσαλονίκη, Ιούνιος 1960 (ανασελιδοποιημένο ανάτυπο από το περιοδικό "Διαγώνιος", Έτος τρίτο, τχ. 2, καλοκαίρι [Ιούνιος] 1960, με επιμέλεια και εξώφυλλο Κάρολου Τσίζεκ) 
- "Το ενύπνιο", ιδίοις αναλώμασιν, Θεσσαλονίκη, Οκτώβριος 1960 (αναθεωρημένο κείμενο σε σχέση με την α΄ δημοσίευση στο περιοδικό "Νέα Πορεία" με επιμέλεια, εικονογράφηση και εξώφυλλο Κάρολου Τσίζεκ) (α΄ δημοσίευση: "Ένα ενύπνιο του Γ.Π.", περιοδικό "Νέα Πορεία", τχ. 53-54, Θεσσαλονίκη, Ιούλιος-Αύγουστος [Σεπτέμβριος] 1959, σ. 256-267). 
- "Ο εξώστης", εκδ. "Πρώτη Ύλη" [ιδίοις αναλώμασιν], Αθήνα, Δεκέμβριος 1964 (αλλά τυπωμένο στη Θεσσαλονίκη με επιμέλεια και εξώφυλλο Κάρολου Τσίζεκ). 
- "Η περιπέτεια ενός βιβλίου", ιδίοις αναλώμασιν, Μόντρεαλ, Ιούνιος 1965 (αλλά τυπωμένο στον Πύργο Ηλείας με επιμέλεια Γιώργη Παυλόπουλου). 
- "Ο ήρωας της Γάνδης", εκδ. "Λωτοφάγος" [ιδίοις αναλώμασιν], Μόντρεαλ, Δεκέμβριος 1967 (το ήμισυ του τόμου στοιχειοθετήθηκε στον Πύργο Ηλείας με επιμέλεια Γιώργη Παυλόπουλου, ενώ από τη σελίδα 208 κ.ε. στο Μόντρεαλ από τον ίδιο τον Καχτίτση στο τυπογραφείο που τυπωνόταν το "Ελληνοκαναδικό Βήμα").

Μετά την κήρυξη της Δικτατορίας δημοσίευσε λογοτεχνικά κείμενα αποκλειστικά στην αγγλική γλώσσα (εκτός από τον "Ήρωα της Γάνδης" που η εκτύπωσή του ολοκληρώθηκε τον Δεκέμβριο του 1967) μόνον δύο μικρά τομίδια: το πρώτο (1968) περιλαμβάνει την ποιητική συλλογή "Vulnerable Point" που είχε γράψει το 1949 και το δεύτερο ένα και μοναδικό ποίημα που αποτελεί και το κύκνειο άσμα του: "New Year's Rhapsody or The Poor Beggar's Lyre" by Nicholas Prior (1769), Anthelion Press, Μόντρεαλ, 1970 (;). Το κρυπτικο ψευδώνυμο Nicholas Prior (1769) μπορεί ν' αποκρυπτογραφηθεί ως "Νικόλαος ο προ του 1967". Το ερωτηματικό στη χρονολογία είναι ενδεικτικό της κατάστασής του και των αμφιβολιών που τον έζωναν πλέον για τη ζωή του.

Η πρώτη απόπειρα επανέκδοσης του έργου του μετά τον θάνατο του συγγραφέα, έγινε από το στενό φίλο και αλληλογράφο του, Τάκη Σινόπουλο, το 1976, αλλά απέδωσε μόνο έναν τόμο. Δεν είχε συνέχεια λόγω της εμπλοκής του Σινόπουλου σε διαμάχη με τη χήρα του τεθνεώτος συγγραφέως. Η επανέκδοση του συνόλου των βασικών του έργων από τις εκδόσεις "Στιγμή", με την επιμέλεια του Ε. Χ. Γονατά, μεταξύ 1985 και 1988 απετέλεσε τη σημαντικότερη συμβολή στη μεταθανάτια αναγνώριση του Καχτίτση, σε συνδυασμό με τη δημοσίευση, με τη διακριτική παρέμβαση του Ε. Χ. Γονατά, πολλαπλών αφιερωμάτων σε λογοτεχνικά περιοδικά (π.χ. "Αντί", 1985, "Η λέξη", 1986, κ.ά.). 
Η επανέκδοση από τον Κέδρο, με προτροπή του Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλου, του "Ήρωα της Γάνδης" το 1997 και των τριών αφηγημάτων ("Ποιοι οι φίλοι, Η ομορφάσχημη, Το ενύπνιο") το 2003 είχε μικρή απήχηση, όπως άλλωστε και η ανθολογία της Μ. Λαϊνά το 1995, από τις εκδόσεις Μπάστας. Τον Αύγουστο του 2012 κυκλοφόρησε η τρίτη, νέα έκδοση του "Εξώστη" εγκαινιάζοντας την επανέκδοση του συνόλου του έργου του από τις εκδόσεις Κίχλη σε επιμέλεια Βίκτωρα Καμχή και Γιώτας Κριτσέλη.

Ο χαρακτήρας του έργου του

Τα πεζά, αλλά και τα λιγοστά ποιήματα του Καχτίτση διακατέχονται από μία διαρκή αγωνία και ένα άγχος που συνθλίβει τον άνθρωπο. Οι ήρωές του είναι παγιδευμένοι στις ενοχές που προκαλεί ένα μακρινό παρελθόν και αδυνατούν να απεμπλακούν από την κατάσταση αυτή. Όλοι οι χαρακτήρες του "Εξώστη" και του "Ήρωα της Γάνδης" είναι καχύποπτοι και προσπαθούν να εξοντώσουν ψυχολογικά ο ένας τον άλλον. Δεν είναι τυχαίο ότι οι ήρωες του Καχτίτση, και κυρίως ο ετερώνυμος ήρωάς του, Στοπάκιος Παπένγκους, είναι άτομα με έντονες εμμονές που ζουν ή συνδέονται με τη διηνεκώς πολιορκημένη φανταστική πόλη Γάνδη, η οποία ουδεμία σχέση έχει με την ομώνυμη πόλη του Βελγίου την οποία ο Καχτίτσης ουδέποτε επισκέφθηκε.

Ο αφηγηματικός κόσμος του Καχτίτση κυριαρχείται από την ενοχή. Στην αφηγηματική τεχνική συνδυάζει την παρωδία και την ανατροπή των κλασικών τεχνικών αφήγησης. Ο Καχτίτσης, φανατικός λάτρης του βιβλίου, δέχθηκε κυρίως επιδράσεις από τα ρεύματα του ευρωπαϊκού αισθητισμού και συμβολισμού πριν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα μοντέλα του ήταν κλασικοί προπολεμικοί συγγραφείς όπως ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, ο Τζέιμς Τζόυς, η Βιρτζίνια Γουλφ, ο Φραντς Κάφκα και ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Το έργο του επίσης συνδεέται με την μεταπολεμική πεζογραφική παραγωγή της Θεσσαλονίκης, κυρίως με την λεγόμενη σχολή του εσωτερικού μονολόγου (Νίκος-Γαβριήλ Πεντζίκης, Γιώργος Δέλιος κ.ά.). Ο Καχτίτσης υπέφερε από τις πληγές που άφησε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και από τις διάφορες προσωπικές δυσκολίες.

Βιβλιογραφικές αναφορές

Περισσότερες βιογραφικές και βιβλιογραφικές πληροφορίες για τον Ν. Καχτίτση περιλαμβάνονται στις εξής πηγές: 
Τάκης Σινόπουλος (επιμ.), "Σελίδες για το Νίκο Καχτίτση", στο "Νεοελληνικός Λόγος/Ετήσια Κριτική Επιθεώρηση Λόγου και Τέχνης: Το πνευματικό και καλλιτεχνικό 1974", τ. 24, εκδ. Μίνωας, Αθήνα, Ιανουάριος 1974 [=1975], σ. 49-101, Τάκης Δόξας , "Καχτίτσης Νίκος", στη "Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας", τ. 8, Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ., Γιώργος Δανιήλ, "Ο λεπιδοπτερολόγος της αγωνίας Νίκος Καχτίτσης: εισαγωγή στη ζωή του, ανέκδοτες επιστολές, πρωτότυπα κείμενα", (επιμ. Ε.Χ. Γονατάς), Αθήνα, Νεφέλη, 1981, Αλέξης Ζήρας, "Καχτίτσης Νίκος", στο "Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό", τ. 4, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1985, Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλος, "Νίκος Καχτίτσης", στο "Η μεταπολεμική πεζογραφία· από τον πόλεμο του '40 ως τη δικτατορία του '67", τ. Δ΄, Αθήνα, Σοκόλης, 1988, Σταύρος Ζουμπουλάκης (επιμ.), "Αφιέρωμα στον Νίκο Καχτίτση", περιοδικό "Νέα Εστία", τχ. 1755, Απρίλιος 2003, σ. 503-684, Αλέξης Ζήρας, "Καχτίτσης Νίκος", στο "Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας", Αθήνα, Πατάκης, 2007, σ. 1069-1070, Βίκτωρ Καμχής (επιμ.), "Πρώτη ύλη για τη διηνεκή επιστολή: Επιστολές του Νίκου Καχτίτση στον Ε.Χ. Γονατά και άλλα τεκμήρια για την εκ του μακρόθεν σχέση τους: εισαγωγή, σημειώσεις, βιβλιογραφία Βίκτωρ Καμχής", περιοδικό "Οροπέδιο", τχ. 11, Φεβρουάριος 2012, σ. 597-823, και Βίκτωρ Καμχής, "Χρονολόγιο σε α΄ και γ΄ πρόσωπο", στο Επίμετρο του Νίκος Καχτίτσης, "Ο εξώστης", εκδόσεις Κίχλη, Αύγουστος 2012, σ. 187-226.

___________
(Πηγή: Wikipedia, ημερομηνία: 2.10.2012)

Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2014

ΝΙΚΟΣ ΚΑΧΤΙΤΣΗΣ «Ο εξώστης» Κεφάλαιο 1

 Ο εξώστης | Νίκος Καχτίτσης 


«…ένα ταξίδι τόσο μακρινό, δεν κατάφερε να μου εξασφαλίσει τη γαλήνη που ζητούσα [...] αργά το κατάλαβα πως το σαράκι το κουβαλάω μέσα μου όπου και να βρεθώ.»

ΝΙΚΟΣ ΚΑΧΤΙΤΣΗΣ «Ο εξώστης»





Κεφάλαιο 1

Γράφω εν κεντρική Αφρική την 27ην ή 28ην Ιουνίου 19…, και ώραν 3ην πρωινήν, με τα πρώτα κοράκια, εντός της βιβλιοθήκης της ιδιοκτήτου, και ικανής να στεγάσει ένα λόχο, επαύλεώς μου, ευρισκομένης εις τα κράσπεδα της πόλεως, και παρά τας εκβολάς του ποταμού Βούρι, όπου κατοικώ εγώ κι ο κούκος από επταετίας.
Ο κάτωθι υπογεγραμμένος, Σ. Π…, πρώην αρχαιοπώλης και ιδιοκτήτης ξενοδοχείων, και πάλαι ποτέ επιφανής κάτοικος της πόλεως Γάνδης, δηλώ υπευθύνως, και εν γνώσει των συνεπειών του νόμου περί ψευδούς δηλώσεως, ότι βρίσκομαι από ψυχολογικής απόψεως στα πρόθυρα της καταστροφής ότι οικονομικώς κοντεύω να καταρρεύσω και ότι η υγεία μου έχει κλονισθεί στο απροχώρητο. Το τελευταίο το αποδίδω όχι τόσο στα χρόνια που με πήραν, όσο στις αϋπνίες, στο άγχος που μου φέρνουν οι αναμνήσεις και οι τύψεις, και στους ρευματισμούς αρκεί να πω πως αυτή τη στιγμή που γράφω φορώ γάντια μέχρι τους ώμους και με δυσκολία σφίγγω την πένα.

Δηλώ επίσης, αυτή την πρωινή ώρα που μπορεί κάλλιστα να υπογράφω την καταδίκη μου (καλώ τους ενδιαφερομένους να επωφεληθούν της ευκαιρίας), ότι δύο πρόσφατα περιστατικά εχτύπησαν το τελευταίο κουδουνάκι μέσα στην ψυχή μου, και ότι βλέπω πως δε μου απομένει τώρα παρά ο θάνατος.

Δηλώ επιπροσθέτως, εις επήκοον των νυχτερίδων, των κουνουπιών, των μάντηδων, των απαισίων τριγμών των επίπλων μου, που είχα την απερισκεψία να κουβαλήσω μαζί μου από την Ευρώπη, και τέλος της βροχής, που δεν εννοεί να σταματήσει μέρες τώρα, ότι ή έτσι ή αλλιώς δεν έχω λόγο υπάρξεως. Και ότι αν, ο μη γένοιτο (αυτό το λέω με ειρωνεία), με βρουν καμιά μέρα οι υπηρέτες μου μπρούμυτα στο πάτωμα, με τα λευκά μου μουσκεμένα στο δικό μου αίμα, ή πεθάνω δηλητηριασμένος, ή από όποια άλλη αιτία (έχω στο νου μου πολλές), αυτό θα είναι από υπαιτιότητα δική μου. Αν είναι από υπαιτιότητα άλλου, τόσο το καλύτερο. Περιττό να τονίσω ότι δεν πρέπει να ενοχοποιηθεί κανένας από τους υπηρέτες μου, παρόλο που θα είχαν το δικαίωμα να με σπάσουν στο ξύλο γιατί ομολογουμένως τους έχω πρήξει το συκώτι με τις παραξενιές μου. Αλλά ακόμα κι αν αποδειχθεί κάτι τέτοιο από τα σοφά πουλιά της αστυνομίας, που έρχονται στην αποικία για να τρώνε έξι φορές την ημέρα, δικαιολογώ τους δολοφόνους μου προκαταβολικά, γιατί όχι μόνο μου αξίζει, όπως θα αποδείξω παρακάτω, αλλά και έχω απόλυτη ανάγκη από κάποιο λυτρωμό. Να μην ξεχάσω να βάλω την υπογραφή μου στο τέλος. Το χειρόγραφό μου θα το αφήσω σε εμφανή θέση, πάνω στο προσκέφαλό μου, ή μέσα από τα τζάμια της βιβλιοθήκης, ώστε να βρεθεί οπωσδήποτε. Όχι, θα το αφήσω καλύτερα στη θυρίδα μου της τραπέζης, μαζί με τις ομολογίες. Μπορεί να το στείλω στις αρχές, μέσα σε σφραγισμένο φάκελο, με την παράκληση ν’ ανοιχθεί όταν θα έχω πεθάνει. Πάντως θα ιδώ τι θα κάνω.
Ούτε ν’ αποδοθεί ο θάνατός μου σε κανέναν από τους εχθρούς που απόχτησα στην πατρίδα μου με τον πόλεμο. Θα τους ήταν αδύνατο να με ανακαλύψουν στο καταφύγιο που έχω βρει. Έχω αλλάξει το όνομά μου, ζω σε αποικία που ανήκει σε άλλη επικράτεια – οπότε τρέχα γύρευε. Εξασφάλισα απόλυτη εχεμύθεια, αφού πλήρωσα αδρά πρόσωπα ευυπόληπτα που ξέρουν να το ράβουν. Αυτοί που κανόνισαν τη φυγή μου έχουν μεσάνυχτα ποιος είμαι. Ακόμα και οι φίλοι μου οι παιδικοί δεν ξέρουνε πού βρίσκομαι. Μερικοί νομίζουνε ότι πέθανα στη λαίλαπα του πολέμου – εννοώ τις τελευταίες μέρες. Πού να ξέρανε! Επί του προκειμένου, θα ήταν ασυγχώρητη παράλειψη αν δεν απηύθυνα τις θερμές μου ευχαριστίες στον σχετικά άγνωστό μου κύριο Φ…, που με τη συμπάθεια που μου έδειξε, και μ’ ένα αναλόγως μέτριο ποσό που προθυμοποιήθηκα να του εγχειρίσω, μ’ εβοήθησε, εφοδιάζοντάς με μέ τα απαραίτητα χαρτιά. Εύγε του ας είναι καλά. Μαθαίνω ότι έχει από τότε αποσυρθεί από τη ζωή, και απολαμβάνει, στον ολάνθιστο κήπο του, που πληροφορούμαι ότι τον έχει στολίσει ωραία, τα αγαθά ενός ήσυχου βίου.
Ουσιαστικά, έπαψα να φοβάμαι εδώ και εφτά χρόνια, από τη στιγμή που πάτησα το πόδι μου στη σκάλα του πλοίου, με το οποίο έκανα ένα ομολογουμένως ονειρώδες ταξίδι. Ο μόνος που ξέρει ποιος είμαι βρίσκεται εδώ. Αλλά τι μ’ ενδιαφέρουν πλέον όλα αυτά; Τι κάθομαι και ζαλίζω το κεφάλι μου με κάτι τέτοια, τη στιγμή που, όπως είπα και παραπάνω, εκείνο που μ’ ενδιαφέρει είναι να δοθεί ένα τέλος σε όλα. Η καλοσύνη μου δεν έχει όρια πάω να εξιλεώσω προκαταβολικά τους δολοφόνους μου. Τέτοιος ηλίθιος είμαι.
Για ν’ αποδείξω ότι δεν αστειεύομαι, προσθέτω πως εύχομαι να με βρει ο θάνατος σε καμιά από τις περιπλανήσεις που κάνω σαν τρελός, μόνος μου, μέχρι τα μύχια της ζούγκλας, στην αγωνία μου να σκοτώσω το χρόνο, και να κουραστώ για να μπορέσει να με πάρει λίγο ο ύπνος το βράδυ – αν και ξέρω ότι αυτά είναι μπαλώματα. Τέλος, εύχομαι να με σωριάσει νεκρό καμιά ηλίαση, αλλά πολύ αμφιβάλλω, γιατί έχω το συνήθειο να κυνηγάω τις σκιές.

____________

Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 2014

Νίκος Καχτίτσης Ἐπιστολή [προς Σωκράτη Καψάσκη]

               Αλληλογραφία...                  
Ὁ Νίκος Καχτίτσης καὶ ὁ Σωκράτης Καψάσκης, 
ἀμέσως μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση στὴν παραλία Πατρὼν.
(Ἀρχεῖο: Ἠ.Χ. Παπαδημητρακόπουλου).


Νίκος Καχτίτσης

             Ἐ π ι σ τ ο λ ή 
[προς Σωκράτη Καψάσκη σ.τ.σ]
Ἀναδημοσίευση ἀπὸ τὸ περιοδικὸ Ὀροπέδιο
τχ. 11, Χειμώνας 2011-2012

                      Σωκράτη,
Ε ἶ σ α ι: Ἄνθρωπος ποὺ δουλεύει μακρυὰ ἀπὸ τὸ σπίτι του, ἀλλὰτυχαίνει, βράδι νὰ βρεθεῖ ἔξω ἀπὸ τὸ χτίριο ποὺ ἐργάζεται, καὶ βλέπειἀπέξω τὰ παράθυρα χωρὶς φῶτα καὶ τὴν πόρτα κλειστή, καὶ αἰσθάνεται σὰν τὸ φάσμα του νὰ κυκλοφορεῖ μέσα στὸ γραφεῖο.
Ε ἶ σ α ι: Ρυάκι σκεπασμένο μὲ χόρτα, ἔξω στὸν κάμπο τῆς Ἠλείας, βράδι, ποὺ κελαρίζει πολὺ ἀργά, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει οὔτε μάτι, οὔτε αὐτὶπουθενὰ γιὰ νὰ τὸ αἰσθανθεῖ.
Ε ἶ σ α ι: Πληγὴ ἐπιπόλαια ποὺ κοντεύει νὰ κλείσει, ἀλλὰ ἐντωμεταξὺτυχαίνει κάποιο ἀγκαθάκι ἢ καμμιὰ σκλήθρα καὶ παθαίνει νέα ὑποτροπή, πολὺ ἀνεπαίσθητη, ἀλλὰ ὑποχωρεῖ πάλι ἡ φλεγμονὴ καὶ ἡ πληγὴἐπουλώνεται, καὶ μένει στὸ δέρμα μιὰ ἀμυχή, σὰ ραφή.
Ε ἶ σ α ι: Γυναῖκα ποὺ ὁμολογουμένως παρασυρμένη βγῆκε στὸπεζοδρόμιο, καὶ περιπατεῖ ἀπόψε μὲ τέτοιο κρῦο, μὲ δῆθεν ἀδιαφορία, σὲἕναν ἐρημικὸ δρόμο τῆς ἀμερικανικῆς αὐτῆς πόλεως, καὶ ὅταν τῆς προτείνειἕνας μιὰ ἐξευτελιστικὴ τιμὴ τοῦ ἀπαντάει; «καλά, δὲν πειράζει, ἄλλωστε ἐγὼσυντροφιὰ ζητάω», καὶ φεύγουν καὶ οἱ δύο ἀγκαζὲ γιὰ κάποιο ἐρημικὸξενοδοχεῖο, στὴν κάτω πόλη, ὅπου αὐτὴ διαμένει κανονικά, πληρώνοντας στὴ Γαλλίδα ἰδιοκτήτρια ποσοστά.
Ε ἶ σ α ι: Δοχεῖο διακοσμητικό, σὰ βάζο, ποὺ ἀπὸ τὴν πολυκαιρίαἔχει ἀποκτήσει ὁ πυθμένας του λίγη λέρα, σὰ βάψιμο, καὶ κάνει τὸ πᾶν ἡνοικοκυρά, μὲ λεμόνι, σόδα καὶ διάφορα ἄλλα συστατικά, γιὰ νὰ τὸκαθαρίσει, ἀλλὰ τὸ βάψιμο δὲ «βγαίνει».
Ε ἶ σ α ι: Βρέφος σὲ καρροτσάκι ἐγκαταλειμένο ἔξω ἀπὸ τὴνἐξώπορτα κάτου ἀπὸ τὸν ἥλιο, γιὰ νὰ πάει ἡ μητέρα του μιὰ στιγμὴ μέσα γιὰπροσωπική της ἀνάγκη, καὶ περνάει ἕνας περαστικὸς καὶ τοῦ λέει: «Ρὲ γέρο, τί γίνεσαι ρὲ γέρο;» καὶ τὸ βρέφος τὸν κυττάει στὰ μάτια μὲ θυμό, καὶἔπειτα τὰ κλείνει μὲ ραθυμιά, σὰ γάτος.
Ε ἶ σ α ι: Λαγὸς ποὺ ὀσφραίνεται κίνδυνο τεντώνει τ’ αὐτιά του καὶἀρχίζει ἀπεγνωσμένα νὰ τρέχει καὶ μετὰ σταματάει γιὰ νὰ ἀφουγκραστεῖ καὶμὲ μεγάλη ἀνακούφιση διαπιστώνει ὅτι ὁ κίνδυνος παρῆλθε - ὁπότε στρέφεται μὲ ράθυμες κινήσεις πρὸς ἕναν παρακείμενο θάμνο, κουλουριάζει τὸ σῶμα του γιὰ νὰ ἔχει τὴν αἴσθηση τῆς περισυλλογῆς καὶτῆς ἀσφάλειας, καὶ εὐτυχισμένος βυθίζεται σὲ ὕπνο.
Ε ἶ σ α ι: Ἄνθη ἄγρια σὲ ἀνοιχτὸ πεδίο μάχης ἄνοιξη, ὅπου βασιλεύειἀπόλυτη νηνεμία, ἀλλὰ τὰ παρασύρει μετέπειτα ἕνα ἐλάχιστο ἀεράκι, σὰμακρινὴ μουσική, καὶ δίνει ὅλη ἡ ἀτμόσφαιρα τὴν ἐντύπωση στὸν περαστικὸ ὅτι κάτι τὸ μυστικὸ συμβαίνει γύρω του, καὶ τὸν καταλαμβάνει μιὰ ἀπέραντη λύπη, καὶ αἰσθάνεται ἔνοχος ποὺ αὐτὸς ἀκόμα ζεῖ.
Ε ἶ σ α ι: Ἄνθρωποι δύο ποὺ διασχίζουν καλοκαιρινὸ βράδι μὲφεγγάρι τὸν κάμπο τῆς Ἠλείας κοπρολογώντας καὶ ἀκούγονται οἱ φωνές τους ἀπὸ πολὺ μακρυά, ἀλλὰ αὐτὸς ποὺ τὶς ἀκούει οὔτε χαίρεται οὔτε λυπᾶται, γιατὶ οἱ ἔννοιες, λόγῳ τῆς ἀποστάσεως χάνουν τὸ βάρος τους.
Ε ἶ σ α ι:  Διακόπτης, ποὺ ὅπως πάει ἕνα χέρι γιὰ νὰ τὸν στρέψει διερωτᾶται: «Πότε θὰ μὲ ξαναστρέψουν;» Ἀλλὰ τυχαίνει νὰ ξεχαστεῖ τὸφῶς, ἀπὸ ἀμέλεια, ὅλη τὴ νύχτα ἀνοιχτό, καὶ ὁ διακόπτης, ἀντὶ νὰ καταλάβει τί συμβαίνει ἐξακολουθεῖ νὰ περιμένει, καὶ ἑπομένως ἀγρυπνεῖ μέχρι τὸπρωῒ ποὺ διαπιστώνουν οἱ ἔνοικοι τὸ λάθος.
Ε ἶ σ α ι:  Σκιὰ μέσα σὲ σπίτι ποὺ ἡ καθημερινὴ τροχιά της εἶναι πάντοτε ἡ αὐτή, ἐκτὸς μόνον ὅταν ἀλλάζουν οἱ ἐποχές, ἀλλὰ καὶ τότε ἀκόμαἡ διαφορὰ εἶναι ἐλάχιστη.
Ε ἶ σ α ι: Ψωμὶ ζυμωτὸ ποὺ ἅμα κοπεῖ ἀρχίζει νὰ διαστέλλεται, μ’ ἕναν τρόπο ποὺ εἶναι σὰ νὰ ἔχει ὀντότητα, ὅταν ὅμως μείνει στὸ ντουλάπι καὶξεραθεῖ εἶναι σὰ νεκρό.
Ε ἶ σ α ι: Νωτιαῖος μυελὸς ἀρνιοῦ ψητοῦ ποὺ ὅπως ἐξέχει λίγο ἀπὸἕνα σπόνδυλο μοιάζει καταπληκτικὰ σὰ νὰ πρόκειται γιὰ ὀχετὸ ποὺ ἔχει βουλώσει ἀπὸ τὶς διάφορες ἀκαθαρσίες καὶ τὴ γλίνα ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα κορμιά.
Ε ἶ σ α ι: Στέρνα μὲ χαλασμένο νερό, ὅπου παιδιὰ ἔχουν πετάξει μέσα καλάμια καὶ πέτρες, καὶ ὅπου, ὅπως κυττᾶμε στὴν ἐπιφάνειά του, μοιάζουν τὰ μοῦτρα μας σὰ χολερικὰ καὶ μὲ πολλὲς διαθλάσεις, ὁπότε ὁρμέμφυτα φωνάζουμε μιὰ ἀφηρημένη ἔννοια καὶ ἀκούγεται ἀπὸ τὸ βάθος ἡ ἠχώ.
Ε ἶ σ α ι: Κατάσκοπος τοῦ πρώτου παγκοσμίου πολέμου μὲμανικοκάπια καὶ μποτίνια μὲ πολλὰ φιλτισένια κουμπάκια, ὁ ὁποῖος στὰδιάφορα σαλόνια τῆς Κεντρικῆς Εὐρώπης, δράττοντας τὰ χέρια τῶν κυριῶν γιὰ νὰ τὰ χειροφιλήσει, δέχεται μὲ τὴ χοῦφτα του σημειωματάκια μὲπληροφορίες γιὰ διάφορα ὀχυρωματικὰ ἔργα καὶ ἔπειτα ἐξαφανίζεται ἀπὸτὰ σαλόνια, πηγαίνει σὲ μιὰ γωνία, μπογιατίζει τὰ μοῦτρα του, φορεῖτεχνητὰ μουστάκια καὶ γένεια, καὶ παρουσιάζεται σὰν ἄλλο ἄτομο, καὶ οἱἄλλοι οὔτε κὰν τὸν ὑποπτεύονται.
Ε ἶ σ α ι: Πολλὰ πράγματα ἀκόμη ποὺ θὰ σοῦ γράψω ὅταν, κτῆνος, θὰμοῦ γράψεις.

Χαῖρε καὶ ἔσο γαλαντόμος.
Μοντρεὰλ 1957

Ο Νίκος Καχτίτσης και ο «Ηρωας της Γάνδης» περνούν στον Καναδά

Του Σπυρου Γιανναρα*

«Ποιος είναι ο Νίκος Καχτίτσης;», αναρωτιέται ο καναδικός Τύπος μετά την κυκλοφορία του «Ηρωα της Γάνδης» σε γαλλική μετάφραση από τον εκδοτικό οίκο ‚ditions du Boreal του Μόντρεάλ.
«Λέγεται ότι στην Ελλάδα ο Νίκος Καχτίτσης είναι ένας σημαντικός συγγραφέας. Αυτή όμως δυστυχώς είναι η μοίρα των μικρών χωρών που χρησιμοποιούν μια γλώσσα που μιλιέται ελάχιστα στον υπόλοιπο κόσμο: Οι συγγραφείς τους αργούν περισσότερο να αναγνωριστούν παγκοσμίως», σημειώνει η δημοσιογράφος Σαντάλ Γκι. Η δημοσιογράφος υπογραμμίζει ότι ο διευθυντής του περιοδικού Libert, Πιερ Λεφέβρ, το οποίο κυκλοφόρησε με αφιέρωμα στον «Ηρωα της Γάνδης», εντυπωσιάστηκε μαθαίνοντας την ύπαρξη ενός Ελληνα συγγραφέα, που αναγνωρίστηκε στη χώρα του, αλλά παραμένει εντελώς άγνωστος στο Μόντρεαλ όπου και έγραψε το εν λόγω μυθιστόρημα.
Ειρωνεία της Ιστορίας; Η πραγματικότητα είναι ότι ο συγγραφέας που μετέφρασαν στα γαλλικά ο καθηγητής Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Μόντρεαλ Ζακ Μπουσάρ και ο προσωπικός φίλος του Καχτίτση Φρεντ Α. Ριντ δεν είναι ιδιαίτερα γνωστός στην πατρίδα του. Οι Ελληνες αναγνώστες που γνωρίζουν την ύπαρξή του μειώνονται διαρκώς. Οι εκδόσεις των βιβλίων του από τη «Στιγμή» όσο και του «Ηρωα της Γάνδης» από τον Κέδρο καθίστανται χρόνο με τον χρόνο ολοένα και πιο δυσεύρετες. Το περίεργο είναι ότι τα τελευταία χρόνια περιπίπτουν στη λήθη συγγραφείς όχι απλώς εγνωσμένης, αλλά μεγάλης λογοτεχνικής αξίας, όπως ο Γιώργος Ιωάννου.
Η αναζήτηση των αιτίων αυτής της συλλογικής λογοτεχνικής αμνησίας θα είχε εξαιρετικό ενδιαφέρον.
Γεγονός είναι ότι ο «Ηρωας της Γάνδης» επιστρέφει στον τόπο όπου συντελέστηκε, όχι το έγκλημα, αλλά η συγγραφή του βιβλίου και υπό μία έννοια στην αληθινή του πατρίδα. Γιατί, υπό μία έννοια, ο Καχτίτσης ανήκει τόσο από θεματικής όσο και από ποιητικής άποψης στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία του 20ού αιώνα. Η αφομοίωση στο έργο του ενός ορμητικού λογοτεχνικού ρεύματος που εκβάλλει στον πιο ακραιφνή μοντερνισμό -από τον Κάφκα, τον Κόνραντ, τον Ντοστογιέφκσι, τον Τζόις, τον Προυστ, αλλά και τον Τόμας ντε Κουίνσι, τον Λόρενς, τον Μέλβιλ και τον Κλάιστ, όπως υπογραμμίζει ο Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος- δεν υπολείπεται σε τίποτα τους συγχρόνους τους Κεντροευρωπαίους συγγραφείς που γράφουν στα αγγλικά ή στα γαλλικά. Ταυτόχρονα όμως δεν αποποιείται, αλλά συνομιλεί με τη νεοελληνική πεζογραφική παράδοση, όπως τον Παπαδιαμάντη, αλλά και την πρωτοπορία της εποχής του, τον Επαμεινώνδα Η. Γονατά και τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη. Τα κεντρικά μοτίβα του Καχτίτση, η έμφαση στη μνήμη, η εσωτερική λειτουργία της σκέψης, το στόμωμα του ορίου μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας, η προβληματική σχέση του υποκειμένου με τον κόσμο, οι εναλλαγές της συνείδησης είναι ταυτόχρονα οι βασικές θεματικές που επεξεργάστηκε η ευρωπαϊκή και η λατινοαμερικανική λογοτεχνία στο διάβα του 20ού αιώνα.
Οι επόμενες γενιές πεζογράφων μοιάζουν (σχηματικά μιλώντας) να διαιρούνται σε εκείνους που πορεύονται στο αυλάκι της «κλασικής» νεοελληνικής πεζογραφίας (τα τελευταία χρόνια είναι έντονη η αναβίωση μιας νέας ηθογραφίας) και εκείνους που ανδρώθηκαν στο χωράφι της ξένης λογοτεχνίας - διαβάζοντας είτε από το πρωτότυπο είτε από το πλήθος πλέον έγκριτων μεταφράσεων. Ο συγκερασμός του Καχτίτση αποτελεί σταθμό στη λογοτεχνία μας.
_______________

Νίκος Καχτίτσης – Ο Εξώστης

        Ελληνική Λογοτεχνία        

Εδώ και κάποιες μέρες πήρα στα χέρια μου ένα βιβλίο άλλης εποχής, γραφής και αισθητικής, ένα βιβλίο περίτεχνης τυπογραφίας που σε κάθε του κεφάλαιο έχει και το ζωγραφικό του σχέδιο, με την ίδια εκείνη παλιά αίσθηση των βιβλίων που σε προσκαλούσαν μ’ όλους τους τρόπους στον κόσμο τους. Γνώριζα τον ιδιαίτατο συγγραφέα του και την λογοτεχνική σπάνιν του κειμένου, αλλά εισήλθα σαν σε πρώτη φορά στους δυο εφαπτόμενους κόσμους. Και βρέθηκα προσκεκλημένος σε δικά του τοπεία (με έψιλον γιώτα, όπως προτιμούσε να το γράφει) που ακόμα εξαντλούν τις σκέψεις μου, κι ας το διάβασα στην ασφαλή θάλπη της πολυθρόνας μου. Μήπως αντί για προσκεκλημένος θα έπρεπε να γράψω παγιδευμένος; Από τις πρώτες γραμμές σχεδόν οσφράνθηκα την μυρωδιά της τροπικής μούχλας των νοτισμένων σελίδων που βρήκε και μας παρέδωσε ο πρώην ταξινομητής υπογείων «εκδότης» και καθ’ όλη την διάρκεια της τραγικής εξομολόγησης του συγγραφέα τους, Σ.Π., παρέμεινα ακροατής των βασανιστικών του σκέψεων και αυτόπτης αναγνώστης των διαδοχικών του καταβαραθρώσεων.


Αυτός ο άνθρωπος βρέθηκε στην Αφρική αναζητώντας ένα καταφύγιο λήθης, μακριά από τις ανομολόγητες φρικτές του πράξεις σε μια πολιορκούμενη ευρωπαϊκή πόλη. Αλλοτινός αρχαιοπώλης, πούλησε το σύνολο της περιουσίας του και επεδίωξε να χαθεί στην μαύρη ήπειρο· η επιθυμία του όμως να διαφύγει από τις εφιαλτικές μνήμες παραμένει απραγματοποίητη.Θυμάμαι, προς μεγάλο μου αίσχος, που με κάνει τώρα που τα γράφω αυτά ν’ αναστενάζω από ανείπωτη απελπισία, με τι ικανοποίηση περπάτησα ο αναίσθητος για λίγο ακόμα πάνω στα σάπια φύλλα, που διατηρούσαν ακόμα το χρώμα της σκουριάς, και κατόπι αποσύρθηκε με διάθεση σιγουριάς στη βιβλιοθήκη μου, και, μπροστά στο παραθυράκι, με τα μάτια μου προς τα σκελετωμένα δέντρα, έλεγα από μέσα μου: «Γιατί εγώ δηλαδή είχα λάβει τα μέτρα μου; Ας φρόντιζαν κι οι άλλοι. Πόλεμοι έχουμε», χωρίς να εννοώ συγκεκριμένα το φίλο μου αυτόν – τόση ήταν η αναλγησία μου, για την οποία υποφέρω τώρα, και θα υποφέρω μέχρι που να πληρώσω για καλά…[σ. 64 - 65]

Σα να μην έφτανε η αιχμαλωσία των ενοχών, δυο ανεπιθύμητες παρουσίες επιτείνουν την ψυχορραγούσα του καθημερινότητα. Ο αλλοτινός φίλος του Συνταγματάρχης (που γνωρίζει το ύποπτο παρελθόν του και το χρησιμοποιεί για να τον αναστατώσει αλλά και να τον απειλήσει) και μια άλλη, αδιόρατη κι αποτρόπαιη παρουσία που τού προκαλεί τρομώδεις συναισθήσεις. Ο Σ.Π. κρατά ημερολόγιο και επαναφηγείται τα καθημερινά του βασανίσματα σε μια απελπισμένη προσπάθεια να τα μοιραστεί (με ποιον άραγε;) και να τα κατανοήσει. «Η πράξη της αφήγησης ως απόπειρα ανακοπής της πορείας προς ψυχική κατάρρευση», ψιθυρίζει κάποιος από τις πίσω σελίδες. Διαφυγή δεν υπάρχει ούτε στο ίδιο το δωμάτιο του ξενοδοχείου, όπου καταλύει τον τελευταίο καιρό.

Εκείνη τη στιγμή, όπως τα σκεφτόμουνα αυτά σε μια κατατονική κατάσταση βυθισμένος, με τα μάτια μου προς την κορυφή της κουνουπιέρας, σα να προσευχόμουνα, τράβηξε την προσοχή μου, πίσω από τη βελουδένια εκείνη κουρτίνα που έκρυβε το μπάνιο μου, ο γνωστός σε μένα θόρυβος από μια σταλαγματιά νερού, που άλλες στιγμές ήταν ικανός να μου φέρει την τρέλα. «Η στρόφιγγα, η στρόφιγγα», σκέφτηκα (ένα απαρχαιωμένο και επανειλημμένα επισκευασμένο χάλκινο εξάρτημα του μπάνιου), «άρχιζε να στάζει πάλι. Τι απαίσιοι είναι να μη φροντίζουν να τη φτιάσουν, και πληρώνω ένα σωρό χρήματα γι’ αυτό το καταραμένο δωμάτιο…Θα τους κάνω μήνυση…Δε θα ξαναμείνω άλλο εδώ…. [σ. 62 – 63]
Τι έχει συμβεί ακριβώς, ποιος θα μας το πει και πως; Ο αφηγητής στροβιλίζεται ανάμεσα σε διαρκείς «επανορθώσεις» (επιστροφές στα λεχθέντα προς ενίσχυση, αποδυνάμωση ή αναίρεση!) που μας παραπλανούν ως δήθεν προσπάθειες για επίτευξη της μέγιστης δυνατής ακρίβειας, της πλησιέστερης δυνατής προσέγγισης της αλήθειας αλλά τελικά σπέρνουν τη δυσπιστία και την αμφιβολία. Οι διηγήσεις του αλληλοαποκλείονται, κάθε αλήθεια διαψεύδεται, όλες οι εκδοχές εκδοχές αναιρούνται, γεγονότα αποσιωπούνται. Τι λαβύρινθος είναι αυτός;


Βλέπω ότι έχω να εξοφλήσω μερικούς λογαριασμούς ακόμα με τον εαυτό μου. Διάβασα στο μεταξύ όσα έγραψα για τον πρόσφατο τσακωμό μου με τον συνταγματάρχη (και πού δεν έχω κουβαλήσει το χειρόγραφο) και αναγνωρίζω, προς μεγάλη μου ντροπή, ότι πολλά από εκείνα που παρουσίασα για δικά του δεν ήταν παρά υποκρισίες δικές μου. Ακόμα και σ’ αυτό το χειρόγραφο, που το προορίζω να διαβαστεί μετά το θάνατό μου, φάνηκα υποκριτής. Μα πότε επιτέλους θα διορθωθώ; Φέρομαι σα να έχω δεκαετίες ολόκληρες μπροστά μου. [σ. 119]

Αδυνατώντας να ολοκληρώσει τις ιστορίες του, ο Σ.Π. πασχίζει να κουραστεί για να μπορέσει να τον πάρει ο ύπνος το βράδυ, να μην ακούει τους τριγμούς των επίπλων και την ατέλειωτη βροχή, τους θορύβους των πελατών του ξενοδοχείου και το σαράκι που τον κατατρώει εντός. Από πάνω του πνιγηρή κουνουπιέρα – καταφύγιο, έξω το σαπισμένο τοπίο και οι αλληλοκαταβροχθιζόμενοι οργανισμοί, κάποτε και κάτι δυστυχισμένοι μαύροι, μέσα στις πιρόγες, που παλεύουν με τα κύματα. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί τους λέω δυστυχισμένους, σα να είμαι ευτυχισμένος εγώ. [σ. 24]

«Απ’ αυτή τη στιγμή η φιλία μας ανήκει στο παρελθόν…» είπα πληγωμένος. Με τη φαντασία μου έτρεχα στο παρελθόν, αναζητώντας παρηγοριά σε παλαιές φιλίες που προ πολλού είχαν σβήσει. [σ. 95]. Στερημένος κι απ’ τον τελευταίο του φίλο, ο Σ.Π. αισθάνεται μόνος και πολιορκούμενος μέσα στην έρημο της ζούγκλας και στην απομόνωση του φυσικού τοπίου, πανικόβλητος ανάμεσα σε αγνώστους, άλλος μεταξύ αλλοφύλων, γεμάτος τύψεις για τα δικά του «αποτρόπαια ανομήματα» και φοβισμένος για την αποκάλυψή τους· ακόμα και τα γκαρσόνια αισθάνεται πως τον ελεεινολογούν και στοιχηματίζει ότι ξεκαρδίζονται στα γέλια όταν χαθεί από τα μάτια τους. Κι όχι μόνο αυτοί, αλλά ολόκληρος ο κόσμος: Το φως που έπεφτε από τον ουρανό έδινε σ’ όλα τα πράγματα ένα χρώμα εχθρικό· πώς να το πω – σα να έριχναν έναν προβολέα πάνω μου, και να με περιεργαζόταν, με υποψία, ολόκληρος ο κόσμος. [σ. 46] Έμμονος, διστακτικός και αναποφάσιστος, «υποχείριο της απληστίας του και του απαίσιου εγωισμού του», αντιλαμβάνεται ως μόνη του λύτρωση την παραίτηση και τον αυτοαφανισμό.


Ο συγγραφέας του συγγραφέα του χειρογράφου υπήρξε μια σπάνια λογοτεχνική περίπτωση. Στο κείμενό του μπορεί κανείς να αφουγκραστεί (όταν οι εντός του θόρυβοι σταματήσουν) πνοές ντοστογιεφσκικής απόγνωσης, καφκικών καθόδων και πεσσοαϊκής μοναξιάς, όπως και μονολόγους της θεσσαλονίκειας σχολής του Ν.Γ. Πεντζίκη (με τον οποίον αντάλλαξε 47 επιστολές), του Γ. Δέλιου (στον οποίον αφιέρωσε το βιβλίο), του κύκλου του Κοχλία (που εκτιμούσε και επισκέφθηκε), αλλά και την επίδραση φίλων και συνεργατών (Ε.Χ. Γονατάς, Τάκης Σινόπουλος, Γ. Παυλόπουλος). Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός πως με αρκετούς από τους προαναφερθέντες κρατούσε πολύχρονη και πολύγραπτη αλληλογραφία. Υπήρξε μανιώδης της εκλεκτής τυπογραφίας και της αισθητικής των τυπωμένων αναγνωσμάτων αλλά και δημιουργός αυτοσχέδιων και χειρόγραφων περιοδικών, όπως ήταν, μεταξύ άλλων, η Ουλή, Όργανο των απανταχού πολιορκημένων, εικονογραφημένο ιδιωτικό περιοδικό δια χειρός του ιδίου και του Γ. Παυλόπουλου αποκλειστικώς για τον Πεντζίκη, δήθεν εκδιδόμενο υπό λογοκρισία στην πολιορκημένη Γάνδη!


Σα να τον βλέπω στο Ναύπλιο (αναμνήσεις από τον αδειανό δρόμο τα παραθαλάσσιας χειμερινής πόλης, κυνηγώντας πεταμένες εφημερίδες που τις έσερνε ο άνεμος εδώ κι εκεί) και στην Πάτρα (…έχω γυρίσει και βαρεθεί όλες τις συνοικίες της, και τους δρόμους της […]. Η πόλη όμως τούτη με οδήγησε να γράψω το διήγημα «Τα δυο ηλιοτρόπια»)· να τριγυρνά αναζητώντας συγκινήσεις και να πανικοβάλλεται μέχρις οξύτατης ψυχικής κρίσης λόγω του ενδεχομένου αποστολής του στο Εκστρατευτικό Σώμα της Ελλάδας στην Κορέα· να αναχωρεί για την Ντουάλα του Γαλλικού Καμερούν όπου εργάζεται ως λογιστής (1953 – 1955)· να αποκαρδιώνεται από το κλίμα και τις συνθήκες· να φεύγει στην άλλη άκρη του κόσμου, το Μόντρεαλ (1956) όπου θα βιοπορίζεται με ποικίλες εργασίες, πασχίζοντας μάταια να «απελευθερωθεί» και να μπει στον αγγλόφωνο κόσμο και στην δημοσιογραφία· να απογοητεύεται, φανατικός αντιμονάρχης, από την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα και την στάση ορισμένων άλλοτε σεβαστών φίλων (π.χ. του Πεντζίκη). Κι όλα τούτα χάρη στο «Χρονολόγιο σε α΄ και γ΄ πρόσωπο» που συνέταξε ο Βίκτωρ Καμχής το οποίο μαζί με τα κείμενα του Γιάννη Δημητρακάκη («Ο αναξιόπιστος εξομολογούμενος. Αφήγηση και ύφος στον Εξώστη του Ν. Καχτίτση») και της Γιώτας Κριτσέλη (Ο εξώστης: Η περιπέτεια της έκδοσης) αποτελούν τα τρία μέρη ενός εκτενούς επίμετρου που μου δίνει τους απαραίτητους φανούς για να απολαύσω την θέα μέσα στον Εξώστη.

Το τελευταίο αυτό κείμενο της εκδότριας της Κίχλης μας παρουσιάζει το χρονικό της «εξαιρετικά ενδιαφέρουσας περιπέτειας» της παρούσας έκδοσης, που εκφράζει περισσότερο από κάθε άλλη φορά την τελική βούληση του συγγραφέα, καθώς αξιοποιεί το δακτυλόγραφο του συγγραφέα που βρέθηκε στο Αρχείο Ε.Χ. Γονατά. Το χειρόγραφο αντιπαραβάλλεται τόσο με την Α΄ έκδοση του Εξώστη το 1964 στην Πρώτη Ύλη των Ε.Χ. Γονατά και Δ.Π. Παπαδίτσα, τυπωμένη στη Θεσσαλονίκη υπό την επιστασία του Κ. Τσίζεκ (τα προβλήματα κατά την προετοιμασία της αποτέλεσαν και το αντικείμενο της Περιπέτειας ενός βιβλίου του Καχτίτση), όσο και με την Β΄ έκδοση (1985, Στιγμή, επιμ. Αιμίλιου Καλιακάτσου -Ε. Χ. Γονατά). Τα σχετικά αποσπάσματα από την αλληλογραφία Καχτίση – Γονατά αποτελούν από μόνα τους ένα ενδιαφέρον και απολαυστικό κείμενο: οι εκτεταμένες παρατηρήσεις του δεύτερου και οι αμφίθυμες αντιδράσεις του πρώτου μαζί με τις συνομιλίες τους για πλείστα θέματα οικονομίας, «αποτοξίνωσης» του κειμένου ή «εγχείρησης» των διαλόγων αποτελούν υποδείγματα προβληματισμών περί εκδοτικής επιμέλειας αλλά και αναδεικνύουν την περίπλοκη και σε ψυχολογικό επίπεδο σχέση του συγγραφέα με τον εκδότη – επιμελητή. Η συνδρομή του Γονατά, γράφει η Γ. Κριτσέλη, υπήρξε ευεργετική και για την γλωσσική μορφή του Εξώστη, καθώς ο ίδιος υπήρξε εραστής της ακριβολογίας και της γλωσσικής καλλιέπειας.

Και τώρα επιτρέψτε μου να σας αφήσω, για να επισκεφτώ για άλλη μια φορά την Καχτίτσεια Περσόνα του Στοππάκιου Παπένγκους στο σπίτι του μέσα στη ζούγκλα, που όπως μου είπε, έχει διώξει τους υπηρέτες του, και προπαντός τον κηπουρό, κι έχει αφήσει τη χλωρίδα της έπαυλης να την πνίξει απ’ όλα τα σημεία. Ελπίζω να μπορέσω να περάσω ανάμεσα από τη θηριώδη βλάστηση που καλύπτει πλέον και τα παράθυρα. Αναρωτιέμαι ποια ιστορία θα μου διηγηθεί ή θα μου αποσιωπήσει αυτή τη φορά.

Όσο για τον συγγραφέα του, όπως έγραφε το 1985 σε κείμενό του στη Λέξη ο θερμός φίλος του Γ. Παυλόπουλος …διαπίστωσα πολλές φορές ότι τα καθημερινά πράγματα τροφοδοτούσαν τη φαντασία του με κείνο το υλικό με το οποίο έφτιαχνε συνεχώς την άλλη ζωή του, τη μαγική. Τα άγχη, οι κακοτυχίες, οι γελοιότητες, οι ανέφικτες ερωτικές σχέσεις, ότι τον απέλπιζε και τον πολιορκούσε, έβρισκε συχνά τη βαθύτερη έκφρασή του σ’ αυτό το παιχνίδι που τον απελευθέρωνε και τον οδηγούσε αλάθητα στην Λογοτεχνία…

[Νίκος Χ. Καχτίτσης, Γαστούνη Ηλείας, 1926 – Πάτρα 1970]

Εκδ. Κίχλη, 2012, επιμέλεια Γιώτα Κριτσέλη – Βίκτωρ Καμχής, 
με σχέδια της Εύης Τσακνιά, σ. 226 [Κείμενο ως σ. 139, επίμετρο 143 – 226]

Σημ. :  Το Πανδοχείο πάντα ενδιαφέρεται για τον αισθητικό εμπλουτισμό των κειμένων του και αφιερώνει πολύ χρόνο στην εξεύρεση του καταλληλότερου έργου τέχνης, φωτογραφίας κ.λπ. Η περίπτωση του Εξώστη είναι διαφορετική. Τίποτα δεν μπορεί να ταιριάξει εδώ παρά μόνο οι φωτογραφίες του συγγραφέα και τα σχέδια της υποδειγματικής αυτής έκδοσης, γι’ αυτό και ευχαριστώ την εκδότρια Γιώτα Κριτσέλη για τις πρώτες και την Εύη Τσακνιά για τα δεύτερα.

______________________
από το:  pandoxeio 

Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2014

Η επανέκδοση του «Εξώστη» του Νίκου Καχτίτση

"Ο Εξώστης", Νίκος Καχτίτσης
εκδ. Κίχλη, 2012, σελ. 226



Η επανέκδοση του «Εξώστη» του Νίκου Καχτίτση, και μάλιστα σε μια έκδοση ιδιαιτέρως φροντισμένη και ψαγμένη ως προς την απόδοση του κειμένου, ήταν ένα γεγονός που έκανε σχετικό θόρυβο σε αυτούς που ασχολούνται με τα βιβλία στην Ελλάδα. Και όχι άδικα, γιατί ο σχεδόν άγνωστος στο ευρύ κοινό Καχτίτσης έγραφε μοντέρνα σε μιαν εποχή που στην Ελλάδα δεν ήταν αυτή η νόρμα.
Ήρωας του βιβλίου είναι ο Σ.Π, ένας άνθρωπος που έχει καταφύγει στην Αφρική για να ξεφύγει από τις τύψεις για όσα έχει κάνει. Εκεί περνά σχετικά καλά τα πρώτα χρόνια, γίνεται κολλητός φίλος του διοικητή, φλερτάρει ως και την κόρη του, μια νεαρά κατά πολύ νεότερή του. Όμως ξαφνικά δυο εφιαλτικά περιστατικά θα του θυμίσουν τις τύψεις, θα καταλήξει ένας σπασμένος και μόνος άνθρωπος που γράφει αυτό το ημερολόγιο, για να μας εκθέσει τα συναισθήματα και τη συντριβή του, την πρόθεσή του να αυτοκτονήσει.
Ο Σ.Π. είναι ένας αναξιόπιστος αφηγητής. Συνεχώς ανασκευάζει, μερικές φορές υπεκφεύγει, άλλοτε διστάζει, διορθώνει, ξέρει και δεν ξέρει, ξέρει αλλά δε λέει. Στο κείμενο από πλευράς πλοκής γίνονται πολύ λίγα πράγματα, αποκαλύπτονται ακόμα λιγότερα. Όμως αυτό που συμβαίνει είναι αληθινό. Ο Σ.Π., ένα κάθαρμα που διέπραξε εγκλήματα στον πόλεμο κι έπειτα θέλησε να τη σκαπουλάρει στην Αφρική κρατώντας τα άνομα λεφτά, είναι ένας άνθρωπος σε παρακμή μεν, αλλά δεν παύει να είναι ο εαυτός του. Θέλει να βρει ελαφρυντικά ως και την ύστατη ώρα, από την άλλη καταλαβαίνει πως δεν υπάρχουν. Θα μπορούσε να κερδίσει τη συμπάθειά μας, όμως είναι γλοιώδης.
Η χαρά του κειμένου είναι αυτή, καθώς και η μαγκιά του, ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής δεν μας διηγείται με τα λόγια το ποιόν του, δεν είναι αυτό που λέει που μετράει, αλλά ο τρόπος που το λέει. Ο χαρακτήρας του αποκαλύπτεται χωρίς φτιασίδια, τη στιγμή που ο λόγος του είναι γεμάτος γιρλάντες και υπεκφυγές. Ο «Εξώστης» είναι ένα πραγματικά σημαντικό έργο, μια άσκηση ύφους πετυχημένη. Κι αν ως τώρα δεν ξέραμε τον συγγραφέα του, καιρός ήταν να τον μάθουμε.
Κατερίνα Μαλακατέ


«Ο Εξώστης», Νίκος Καχτίτσης, εκδ. Κίχλη, 2012, σελ. 226
Υ.Γ. Η έκδοση της Κίχλης είναι ολοκληρωμένη, με επίμετρο, επιστολές, βιογραφία, ως κι ένα σημείωμα της εκδότριας που μας εξηγεί την περιπέτεια της έκδοσης. Αξίζουν συγχαρητήρια.

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ
Ένα blog για τα βιβλία, τη γραφή και την ανάγνωση

Σάββατο, 11 Οκτωβρίου 2014

Νίκος Καχτίτσης: Υπήρξα καφκικός προτού διαβάσω Κάφκα

Πόλυ Κρημνιώτη 
Τρέφω τις πιο σκληρές ιδέες για κείνους που πάνε να μου ταράξουν την ησυχία στη μοναξιά μου. Αλλά για ποια ησυχία μιλάω;

Νίκος Καχτίτσης, "Ο εξώστης"


Πέρασε σαν κομήτης από την ελληνική λογοτεχνία. Ο πρόωρος θάνατός του, μόλις στα 44 χρόνια του, διέκοψε βίαια μια γόνιμη συγγραφική πορεία, ένα έργο πρωτοπόρο για την εποχή του που παρέκαμψε την παραδοσιακή αφήγηση εισχωρώντας με ιδιότυπο και εντελώς προσωπικό τρόπο στην περιοχή της μετανεωτερικότητας. Διαβάστηκε άραγε αρκετά στην εποχή του; Παρ' ότι όλες αυτές οι παράμετροι και επιπλέον η εκδοτική περιπέτεια των βιβλίων του, συνέθεσαν ένα ασφυκτικό πλαίσιο για τους εν δυνάμει αναγνώστες του, και διαβάστηκε και πήρε θέση ανάμεσα στους σημαντικότερους λογοτέχνες μας της μεταπολεμικής γενιάς. Απόκτησε φανατικούς θαυμαστές, μα πάνω απ' όλα τον λάτρεψαν οι ποιητές.
Διαβάζεται άραγε σήμερα; Επιτέλους, μπορεί να ξαναδιαβαστεί. Εξαντλημένα εδώ και αρκετά χρόνια τα βιβλία του, στέρησαν από πολλούς τη δυνατότητα να γνωρίσουν τη γραφή του. Ωστόσο η επανέκδοση του "Εξώστη" πριν από μερικές εβδομάδες από τις εκδόσεις Κίχλη ανοίγει πλέον τον δρόμο όχι μόνο για τη γνωριμία μιας νέα γενιάς αναγνωστών με τον Νίκο Καχτίτση, αλλά και για μια επανατοποθέτηση του έργου του στον χάρτη της νεότερης πεζογραφίας μας.
Γραμμένος το 1963-1964, ο "Εξώστης" προσφέρει τη δυνατότητα στον Καχτίτση να καταδυθεί στο μείζον θέμα της ενοχής. "Ο ήρωας του Εξώστη" -γράφει ο ίδιος στον Γιώργη Παυλόπουλο στις 3 Μαρτίου του 1963- "για να γλιτώσει, καταφεύγει στην Αφρική. Αλλά, ενώ γλιτώνει από τους εχθρούς του, δεν μπορεί να διαφύγει την τιμωρία από τον κυριότερο κατήγορο: τον εαυτό του". Και πραγματικά ο Στοππάκιος Παπένγκους, κάπου στην κεντρική Αφρική, από την έπαυλή του "εις τα κράσπεδα της πόλεως και παρά τας εκβολάς του ποταμού Βούρι", κρατάει την τελευταία πράξη του δράματος για τον εαυτό του.
Η μνήμη γίνεται βασανιστική και επαναφέρει διαρκώς στις τελευταίες ημέρες του ήρωα τα "αποτρόπαια ανομήματά" του. Και καθώς το παρελθόν εισβάλλει, ελεγχόμενα από τον συγγραφέα, στο παρόν, επανέρχονται διαρκώς οι μορφές του φίλου και της ανθοπώλιδας, που αμφότερους έχει προδώσει. Φιλία και προδοσία εξάλλου αποτελούν κομβικά στοιχεία για τον Καχτίτση, όχι μόνο στο συγκεκριμένο έργο.
Βεβαίως ο Στοππάκιος δεν θα αποκαλύψει ποτέ εντός των γραμμών του "Εξώστη" αυτό που ο Καχτίτσης ομολογεί στον φίλο του από την εποχή της νεότητας Γιώργη Παυλόπουλο. "Ο Στοππάκιος Παπένγκους υπήρξε 'δωσίλογος' κατά την πολιορκία της Γάνδης, τέχνασμα δικό μου για να μου δοθεί λαβή να γράψω ένα δοκίμιο πάνω στο θέμα 'τύψεις'".
Ο Καχτίτσης οικοδομεί τον "Εξώστη" του πάνω σε μια στέρεη και γλαφυρή αφήγηση που από τη μια χρησιμοποιεί το στοιχείο του φανταστικού, αλλά χωρίς να του δίνει απόλυτη προτεραιότητα, ώστε να περιορίσει το έργο του στα στενά όρια ενός φανταστικού αφηγήματος, και από την άλλη βασίζεται στο διαρκές παιχνίδι ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα.
Αποφεύγει να φανερώσει όλη την αλήθεια στον αναγνώστη του, τον κρατά σε διαρκή αμφιβολία, τον αφήνει να αναρωτιέται αν όντως όσα λέγονται είναι αληθινά ή όλα είναι ένα ψέμα. Ο συγγραφέας αποκαλύπτει κάθε φορά τόσα όσα απαιτούνται για να εισχωρήσει ο ήρωάς του στα βαθύτερα στρώματα της ανθρώπινης ύπαρξης και αγωνίας, να ψηλαφίσει τις ανομολόγητες ενοχές του και να αποκαλυφθεί η εσωτερική ερημία η χτισμένη από το κυνήγι της ερινύας.
Αυτή η απόσταση ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα, η συνεχής αμφιβολία που δημιουργεί για το τι είναι αλήθεια και τι ψέμα, παιχνίδι προσφιλές στον Καχτίτση, ενδεχομένως ανοίκειο στον μη επαρκώς καταρτισμένο αναγνώστη της εποχής του, αποδεικνύεται τόσο γοητευτικό για τον αναγνώστη της σήμερον και προπάντων αποτελεσματικό για τη διαδικασία της ανάγνωσης.
Μάστορας της αφήγησης ο Καχτίτσης, εδώ δεν εγκαταλείπει τα παραδοσιακά εργαλεία, δημιουργεί εικόνες, παρασύρει, εξάπτει τη φαντασία δίνοντας μερτικό στο σασπένς και ευρυχωρία στη σαφήνεια. Είτε χρησιμοποιεί την ειρωνεία είτε καταφεύγει στην παρωδία και την αναίρεση, παίζει διαρκώς με τον αναγνώστη του εκείνο το παιχνίδι που παίζαμε παλιά με το δαχτυλίδι. Ψάξε, ψάξε, δεν θα το βρεις...
Με άλλα λόγια δίνει ένα βιβλίο που ρουφιέται, που το πιάνεις στα χέρια σου και λαχταράς να φτάσεις στην τελευταία σελίδα. Και εδώ συμβαίνει αυτό το ωραίο που επιφυλάσσουν οι νέες αναγνώσεις στα βιβλία. Καταρρίπτεται ο μύθος του "δύσκολου" συγγραφέα. Ο Καχτίτσης πετά με χάρη από πάνω του τη ρετσινιά του συγγραφέα που απευθύνεται σε ένα στενό αριθμό επαρκώς ασκημένων αναγνωστών.
Από τους πρώτους που το διέγνωσαν άλλωστε, ήταν ο Επαμεινώνδας Χ. Γονατάς. "Διάβασα και ξαναδιάβασα πολλές φορές τον 'Εξώστη' με ιδιαίτερη προσοχή και καλή διάθεση. Σας πληροφορώ λοιπόν ότι εν γένει μου άρεσε καθ' υπερβολήν... Κρατάει διαρκώς το ενδιαφέρον του αναγνώστη, πολλές φορές σαν σασπένς ποιότητος, κι η ένταση είναι διάχυτη παντού και δεν μειώνεται..." ομολογεί στην ανέκδοτη έως τώρα επιστολή του προς τον Καχτίτση στις 6 Μαΐου του 1964.
Ο ρόλος του Γονατά στη διαμόρφωση του "Εξώστη", έτσι όπως φανερώνεται μέσα από την αλληλογραφία τους, είναι από τα καινούργια στοιχεία που προσφέρει η παρούσα έκδοση και αναδεικνύεται στο επίμετρό της. Το επίμετρο δεν περιορίζεται να συστήσει τον συγγραφέα σε μια νέα γενιά αναγνωστών, αλλά επιχειρεί μέσα από την, εν πολλοίς, ανέκδοτη έως τώρα αλληλογραφία Καχτίτση - Γονατά να φωτίσει τη σχέση που ανέπτυξαν και να αναδείξει τη συμβολή του τελευταίου όχι μόνο στην έκδοση αλλά και στην ίδια την συγγραφή του συγκεκριμένου έργου.
Στην "Περιπέτεια της έκδοσης" του Εξώστη, η εκδότρια Γιώτα Κριτσέλη παρουσιάζει το χρονικό της εκδοτικής διαδρομής του βιβλίου από την "Πρώτη Ύλη" των Γονατά - Παπαδίτσα το 1964, τη "Στιγμή" το 1985, μέχρι την τωρινή της "Κίχλης". Διαφοροποιό στοιχείο της παρούσας έκδοσης από τις δύο προηγούμενες, στις οποίες επίσης βασίστηκε, είναι το δακτυλόγραφο του "Εξώστη" που έστειλε ο Καχτίτσης στον Γονατά λίγο πριν από την έκδοση του 1964, το οποίο βρέθηκε στο αρχείο Γονατά το φθινόπωρο του 2011.
Πάνω σ' αυτό ο Γονατάς κατέγραψε τις παρατηρήσεις του για τη γλώσσα και τη γραφή του έργου, οι οποίες στάθηκαν η αφορμή για να επιφέρει ο ίδιος ο Καχτίτσης σημαντικές αλλαγές πάνω στο αρχικό του κείμενο. Επιπλέον με βάση το δακτυλόγραφο διορθώθηκαν ορισμένα λάθη της πρώτης έκδοσης και επανήλθαν τα ιδιωματικά - προφορικά στοιχεία του λόγου του Καχτίτση.
Την αφήγηση και το ύφος του Καχτίτση στον "Εξώστη" εξετάζει στο κείμενό του ο Γιάννης Δημητρακάκης, ενώ στο πλήρες, σχεδόν υποδειγματικό χρονολόγιο ο Βίκτωρ Καμχής αναδεικνύει τις πολλαπλές διαστάσεις της προσωπικότητάς του, τις εμμονές, τις αγωνίες, τις μικρές χαρές, τη μεγάλη αγάπη του στην τυπογραφία που τον οδήγησε να στήσει ένα μικρό τυπογραφείο στο υπόγειο του σπιτιού του στο Μόντρεαλ, τα τραύματα από την Κατοχή, τον Εμφύλιο, τον στρατό, την αντιδικτατορική αρθρογραφία του στον Καναδά, την ανάγκη του για επικοινωνία με τους Έλληνες φίλους του έτσι όπως αναδεικνύεται από την αλληλογραφία τους.
Σε ένα επίμετρο χώρεσαν όλα αυτά που μέσα στη μικρή σε διάρκεια ζωή του Καχτίτση κυοφόρησαν και παρέδωσαν το εξαιρετικό έργο του. Μέσα απ' αυτό λάτρεψαν οι ομότεχνοί του τον Καχτίτση. Ο Σεφέρης, ο Γονατάς, ο Σινόπουλος, ο Παυλόπουλος, ο Πεντζίκης... Αλληλογραφούσε με όλους. Δεξιοτέχνης επιστολογράφος, στα γράμματά του αποτύπωνε τις συγγραφικές του αγωνίες και τις περιπέτειες των βιβλίων του και, όπως έχει γράψει ο Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος, παρέδιδε επιστολές με εξαιρετική λογοτεχνική αξία.
Γιατί κάπως έτσι ήταν ο Καχτίτσης, ένας άνθρωπος αφοσιωμένος στη λογοτεχνία. Ή, όπως πιο εύγλωττα το περιέγραψε ο Γιώργης Παυλόπουλος, ήταν από εκείνους που "τα καθημερινά πράγματα τροφοδοτούσαν τη φαντασία του με κείνο το υλικό με το οποίο έφτιαχνε συνεχώς την άλλη ζωή του, τη μαγική. Τα άγχη, οι κακουχίες, οι γελοιότητες, οι ανέφικτες ερωτικές σχέσεις, ό,τι τον απέλπιζε και τον πολιορκούσε, έβρισκε συχνά τη βαθύτερη έκφρασή του σ' αυτό το παιχνίδι που τον απελευθέρωνε και τον οδηγούσε αλάθητα στη Λογοτεχνία".
Γεννημένος στη Γαστούνη της Ηλείας, το 1926, με την Κατοχή, τον Εμφύλιο και τη θητεία του στον στρατό να τον στοιχειώνουν και να του επιτείνουν τις τάσεις φυγής, άρχισε να δημοσιεύει από την εφηβεία του και να μεταναστεύει από τη νεότητά του. Αρχικά στην Αφρική, για κάποιο διάστημα στην Ευρώπη και τελικά στο Μόντρεαλ του Καναδά, όπου θα κάνει την οικογένειά του και με τη Θάλεια θα αποκτήσουν τον γιο τους Θωμά.
Μία φορά θα γυρίσει στην Ελλάδα, μετά από 14 χρόνια αυτοεξορίας, στις 16 Μαΐου 1970. Χτυπημένος από οξεία λευχαιμία θα πεθάνει στην Πάτρα εννέα ημέρες μετά. Ήταν 44 χρόνων και είχε ήδη παραδώσει έργα όπως "Ποιοι οι φίλοι", "Το ενύπνιο", "Η ομορφάσχημη", "Η περιπέτεια ενός βιβλίου", "Ο ήρωας της Γανδης".
Ο ίδιος πάντως αυτοπροσδιοριζόταν ως εξής: "Υπήρξα καφκικός προτού διαβάσω Κάφκα".

http://archive.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=713760